ζωοτροφές

ζωοτροφές
Οτιδήποτε χορηγείται με τη μορφή τροφής στα χορτοφάγα ζώα που συγκροτούν την οικόσιτη, ενσταβλισμένη ή νομαδική κτηνοτροφία. Ειδικότερα, ζ. είναι οι σανοί και τα προϊόντα που χορηγούνται συμπληρωματικά στο ημερήσιο σιτηρέσιο των ζώων. Υποβοηθούν δηλαδή τη συνηθισμένη διατροφή, που έχει ως βάση το χόρτο, το σανό ή τις ρίζες και τους κονδύλους· ενίοτε μάλιστα χρησιμεύουν στην υποβοήθηση της εκδήλωσης μιας ιδιαίτερης ενέργειας των ζώων πάνω στην ποιότητα των προϊόντων που παράγουν, όπως για παράδειγμα με τη χορήγηση στις νεαρές αγελάδες της σησαμόπιτας επιτυγχάνεται γάλα μικρότερης της συνήθους λιποπεριεκτικότητας. Αυτά τα συμπληρωματικά του σιτηρεσίου προϊόντα μπορούν να διαχωριστούν σε δύο κατηγορίες: η πρώτη αποτελείται από φυσικά προϊόντα, όπως οι σπόροι των αγρωστωδών και των ψυχανθών, και διάφοροι καρποί, όπως τα βελανίδια, τα χαρούπια και τα κάστανα, τα άχυρα κλπ. Πλούσια ως προς τα διάφορα βασικά θρεπτικά συστατικά, τα προϊόντα αυτά είτε τεμαχίζονται είτε αλευροποιούνται και ύστερα ανακατεύονται, ψήνονται και μετατρέπονται σε πίτες που χορηγούνται στα ζώα. Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από τα υποπροϊόντα πολλών βιομηχανιών, όπως πίτουρα, άλευρα, πίτες ελαιούχων σπόρων, μελάσες, στέμφυλα, αιματάλευρα, ψαράλευρα κλπ.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • γεωργία — Τεχνική με την οποία καλλιεργούμε φυτά διατροφής και βιομηχανικά, χρήσιμα στον άνθρωπο, αλλά και ζωοτροφές για την κτηνοτροφία. Η γ. αποτελεί τμήμα της γεωπονίας, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τις δραστηριότητες των γεωργών, αλλά και τις… …   Dictionary of Greek

  • ζωοτεχνία — Εφαρμοσμένη βιολογική επιστήμη, η οποία μελετά, κυρίως για οικονομικούς σκοπούς, την τεχνική της αναπαραγωγής και τις μεθόδους βελτίωσης της απόδοσης, της παραγωγικότητας, της εκτροφής και της ορθολογικής χρήσης των κατοικίδιων ζώων. Ανάλογα με… …   Dictionary of Greek

  • κτηνοτροφία — Η τέχνη της εκτροφής ζώων, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως ως τροφή του ανθρώπου. Η κ. εμφανίστηκε στην ανθρώπινη ιστορία σε υποτυπώδη μορφή πριν από τη γεωργική περίοδο και αμέσως μετά το στάδιο του κυνηγιού. Από τα ζώα χρησιμοποιούσαν αρχικά… …   Dictionary of Greek

  • Ισραήλ — I Επίσημη ονομασία: Κράτος του Ισραήλ Έκταση: 20.770 τ. χλμ. Πληθυσμός: 6.029.529 (2002) Πρωτεύουσα: Ιερουσαλήμ (622.091 κάτ. το 1997) *Σημ.: Η Ιερουσαλήμ ανακηρύχθηκε μονομερώς από το Ισραήλ πρωτεύουσα το 1982, στη θέση του Τελ Αβίβ, χωρίς όμως… …   Dictionary of Greek

  • άλμια — ἅλμια, τα (Α) [ἅλμη] αλμυρές ζωοτροφές, τροφές διατηρημένες στην άλμη …   Dictionary of Greek

  • ανεμίδι — Ελαφρός άνεμος· έτσι ονομάζεται επίσης και η ανέμη (βλ. λ.). (Βοτ.) Α. λέγεται το περίβλημα των κόκκων του σιταριού και των οσπρίων, που παρασύρονται από τον άνεμο κατά το λίχνισμα. Τα α. περιέχουν θρεπτικές ουσίες ανώτερες από εκείνες του άχυρου …   Dictionary of Greek

  • βρωματολογία — Επιστήμη που σε γενικές γραμμές ασχολείται με τη σύνθεση, την προέλευση και τη θρεπτική αξία των τροφών. Συμπεριλαμβάνονται βέβαια σε αυτήν τόσο τα τρόφιμα που ενδιαφέρουν τον άνθρωπο όσο και εκείνα που αφορούν τα ζώα, γι’ αυτό και υπάρχει… …   Dictionary of Greek

  • επάρκεια — η (Α ἐπάρκεια) [επαρκής] νεοελλ. 1. η ύπαρξη τής αναγκαίας ποσότητας ή ενός πράγματος («επάρκεια τροφίμων») 2. ικανότητα, αξιωσύνη αρχ. 1. βοήθεια, επικουρία, ενίσχυση 2. στον πληθ. αἱ ἐπάρκειαι τα εφόδια, οι ζωοτροφές …   Dictionary of Greek

  • επιμήνιος — α, ο (AM ἐπιμήνιος, ον) 1. αυτός που γίνεται ή συμβαίνει περιοδικά, κάθε μήνα 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τά ἐπιμήνια η εμμηνορρυσία αρχ. 1. αυτός που κατέχει ένα αξίωμα για έναν μήνα 2. (για ζωοτροφές) αυτός που φθάνει για έναν μήνα 3. (το αρσ.… …   Dictionary of Greek

  • ζωοτροφή — η (Μ ζωοτροφή) η τροφή, τα τρόφιμα, τα αναγκαία για τη συντήρηση τού ανθρώπου, η ζωοτροφία νεοελλ. στον πληθ. οι ζωοτροφές τροφικές ύλες που είτε καλλιεργούνται είτε παρασκευάζονται βιομηχανικώς για την εκτροφή ζώων και πουλερικών μσν. τα προς το …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”